, ,

Ο Herbert Marcuse για τον μονοδιάστατο άνθρωπο της εποχής μας

Σε μια «μονοδιάστατη κοινωνία» πού ζει ο άνθρωπος, ο ίδιος πρέπει να δώσει λύσεις, να καθορίσει «κριτήρια προτεραιότητας» και να διακρίνει την «αλήθεια» από την «πλαστικότητα», τις «αληθινές» από τις «πλαστικές» ανάγκες

«Να αναπαύεσαι, να διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές».



Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος

Στο έργο του για τον «μονοδιάστατο άνθρωπο» παρατήρησε την παρακμή των επαναστατικών δυνατοτήτων στις καπιταλιστικές κοινωνίες αποδίδοντάς τες στη ανάπτυξη νέων μορφών κοινωνικού ελέγχου.
Η «αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία» δημιουργεί ψευδείς ανάγκες που δένουν το άτομο με την υπάρχουσα οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης την οποία αναπαράγουν με τη διαρκή παρέμβασή τους η κουλτούρα των ΜΜΕ, η διαφήμιση, η βιομηχανική διαχείριση και ο φιλελεύθερος λόγος με την συνεχή προσπάθεια εξάλειψης της κριτικής και της ριζικής αντιπολίτευσης.
Το αποτέλεσμα είναι η επικράτηση ενός «μονοδιάστατου» τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς. Έτσι, ο Μαρκούζε έθεσε υπό ριζική αμφισβήτηση δύο βασικές θέσεις του παραδοσιακού Μαρξισμού. Κατά πρώτον, την ιδέα του προλεταριάτου ως αξιόπιστου φορέα επαναστατικής αντιπολίτευσης και, κατά δεύτερον, την ιδέα της αναπόφευκτης κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος.
Στο πρώτο κεφάλαιο τού βιβλίου του εξετάζει κυρίως δύο θέματα: αφ’ ενός μεν τις «πλαστές» ανάγκες πού προβάλλει η σύγχρονη κοινωνία στόν άνθρωπο και τον πιέζει να τις αποδεχτεί, αφ’ ετέρου δε στην απόκτηση της ελευθερίας. Μπορεί και τα δύο αυτά να συνοψισθούν σε ένα πού είναι η απελευθέρωση από την δουλεία των «ψευδών» αναγκών.
Μιλώντας για «ψευδείς» ανάγκες, εννοεί αυτές πού καθορίζονται «από δυνάμεις εξωτερικές» πού ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει, γιατί «έχουν ετερόνομη ανάπτυξη καί ικανοποίηση». Τέτοιες «ψευδείς» ανάγκες δημιουργούν μια «ευφορία μέσα στην δυστυχία».
Σε μια τέτοια «μονοδιάστατη κοινωνία» πού ζει ο άνθρωπος, ο ίδιος πρέπει να δώσει λύσεις, να καθορίσει «κριτήρια προτεραιότητας» και να διακρίνει την «αλήθεια» από την «πλαστικότητα», τις «αληθινές» από τις «πλαστικές» ανάγκες. Ο άνθρωπος σήμερα δεν πρέπει να είναι «ετερόφωτο κι ετεροκαθοριζόμενο» όν, γι’ αυτό «θα πρέπει νά αμφισβητήσει τις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις τού κατεστημένου, με τούς όρους τού αληθινού και πλαστού». Αυτό θα πρέπει να γίνεται με προσωπική ελευθερία και όχι με την δυνατότητα επιλογής, η οποία μάς επιβάλλεται έξωθεν, γιατί «η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν εξαλείφει ούτε τούς αφέντες ούτε τούς δούλους».
Μέσα από αυτήν την προοπτική οριοθετεί και την ελευθερία. Τελικά, η ελευθερία δεν μπορεί να τεθεί στο πλαίσιο μιας απλής επιλογής, τήν οποία μάς θέτει η κατεστημένη εξουσία στην κοινωνία, γιατί αυτό είναι περιορισμός της ελευθερίας. Γι’ αυτό «δέν μπορούμε να ορίσουμε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας τούς παραδοσιακούς όρους της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας».


Το νόημα της ελευθερίας

Προσδιορίζοντας ο Μαρκούζε το νόημα της ελευθερίας, γράφει ότι η απόκτηση της πραγματικής ελευθερίας πρέπει σήμερα να εκφραστεί με «αρνητικούς όρους», ακριβώς επειδή ζούμε σε μια κοινωνία μονοδιάστατη, καταναγκαστική, πού περιορίζει την ελευθερία σε μια δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο πραγμάτων, τα οποία οι κοινωνικοί μηχανισμοί μάς έχουν προσδιορίσει. Είναι χαρακτηριστικές οι σκέψεις του πάνω στο θέμα αυτό. Γράφει:
«Οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την οικονομία, απ’ τον καταναγκασμό πού ασκείται με τις οικονομικές σχέσεις και δυνάμεις, απελευθέρωση απ’ την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ’ την ανάγκη να κερδίζουμε τή ζωή μας. Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ’ την πολιτική αυτή πού πάνω της τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση της ατομικής σκέψης, πνιγμένης σήμερα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα της διαπαιδαγώγησης, κι ακόμη θα πρέπει να σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές της "κοινής γνώμης" κι ακόμη και κοινή γνώμη».
Αντί να αναζητά την αποκλειστικότητα της επανάστασης στην εργατική τάξη, τόνισε ότι εν δυνάμει επαναστατικοί φορείς ήταν οι μη ενσωματωμένες στο σύστημα μειονότητες, οι παρείσακτοι και η ριζοσπαστική διανόηση μέσω της διαμόρφωσης της «μεγάλης άρνησης».
Απέναντι στο δογματικό σοβιετικό Μαρξισμό και τη δικτατορία του κόμματος ο Μαρκούζε ενέπνευσε τις δυνάμεις μιας Νέας Αριστεράς που συνδύασε με κριτικό τρόπο το Μαρξισμό και τις ιδέες της συμμετοχικής δημοκρατίας και του ανοίγματος σε μια σειρά πλουραλιστικών συμμαχιών, που περιλαμβάνουν κοινωνικά κινήματα και ομάδες σχετικά με θέματα όπως το κοινωνικό φύλο, η φυλή, η σεξουαλικότητα, η ειρήνη και το περιβάλλον.
Ο Μαρκούζε συνέχισε ακατάπαυστα να ασκεί σκληρή κριτική στην αναπτυγμένη καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία, εκτός των άλλων και για το μιλιταρισμό, το ρατσισμό, το σεξισμό, τον ιμπεριαλισμό και την βίαιη αποικιακού χαρακτήρα παρέμβασή της στις αναπτυσσόμενες χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου».

Έργα του:

Έρως και πολιτισμός (1955)
Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος (1964)
Το τέλος της ουτοπίας (1967)
Ψυχανάλυση και Πολιτική (1968)
Αντεπανάσταση και εξέγερση (1972)
Δοκίμιο για την απελεύθερωση (1973)
Η αισθητική διάσταση (1978)