Foucault: η ηθικοποίηση και ποινικοποίηση της ζωής των εργαζομένων αποσκοπεί στην καθυπόταξη τους

Η ζωή των λαϊκών τάξεων επιχειρήθηκε να πλαισιωθεί σε ένα ολόκληρο παιχνίδι ανταμοιβών και κολασμών

Το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το αξιόλογο blog "Nomadic universality":



Φουκώη κολαστική κοινωνία και ο νομαδισμός



"Όταν μίλησα για παρανομία υπό τη μορφή της λεηλασίας, μίλησα για τον συσσωρευμένο πλούτο σαν να αποτελούνταν από αγαθά προς κατανάλωση, από στοιχεία πλούτου προς θέση σε κυκλοφορία τα οποία θα μπορούσε κανείς να τα ιδιοποιηθεί είτε για να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος, είτε για να τα διανείμει. Αλλά αυτό ήταν απλώς μια αφαίρεση. Ο πλούτος αυτός είναι πριν απ’ όλα ένας μηχανισμός παραγωγής, σε σχέση με τον οποίο το σώμα του εργάτη –τώρα άμεσα παρόν σε σχέση με αυτόν τον πλούτο ο οποίος δεν θα του ανήκει- δεν είναι πλέον απλή επιθυμία, αλλά εργατική δύναμη, η οποία πρέπει να γίνει παραγωγική δύναμη.Σε αυτό ακριβώς το σημείο του μετασχηματισμού της σωματικής δύναμης σε εργατική δύναμη και της ενσωμάτωσης αυτής της δύναμης σε ένα σύστημα παραγωγής που θα την κάνει παραγωγική δύναμη, συγκροτείται μία νέα τάση παρανομίας, η οποία, όπως και εκείνη της λεηλασίας, αφορά τη σχέση ανάμεσα στο σώμα του εργάτη και το σώμα του πλούτου, αλλά το σημείο εφαρμογής της δεν είναι πλέον το σώμα του πλούτου ως αντικείμενο πιθανής ιδιοποίησης, αλλά το σώμα του εργάτη ως δύναμη παραγωγής.

\

Έτσι, εμφανίζεται μία τάση παρανομίας που συνδέεται όχι με τη λεηλασία, αλλά με τη διάχυση: το επίδικο εδώ δεν είναι πλέον μια σχέση επιθυμίας προς την υλικότητα του πλούτου, είναι μία σχέση πρόσδεσης στο μηχανισμό παραγωγής. Η τάση αυτή θα έχει τη μορφή της λούφας, των καθυστερήσεων, της τεμπελιάς, των γιορτών, της ασωτείας, του νομαδισμού, με δυο λόγια κάθε μορφή που ανήκει στην τάξη της μη κανονικότητας, της κινητικότητας στο χώρο. Σε ένα κείμενο του 1840, ο Μισέλ Σεβαλιέ γράφει: «από την ακανόνιστη ύπαρξη στη διαταραγμένη ζωή, είναι μόνο ένα βήμα». Αυτή τη στιγμή, ο βιομηχανικός στρατός έχει την ίδια μορφή ζωής, τις ίδιες πρακτικές «με τα βαρβαρικά, απείθαρχα, ρακένδυτα, αρπακτικά στίφη που αποτελούσαν τους στρατούς πριν από χίλια διακόσια χρόνια». Πρέπει κάποια μέρα ο βιομηχανικός στρατός να εγκαταλείψει αυτό το παλιό ρακένδυτο μοντέλο και να αρχίσει να μοιάζει με αυτό που είναι ο στρατός σήμερα, σε αυτά τα «τακτικά σώματα, που είναι καλά εξοπλισμένα και πειθαρχημένα (…). Εκεί, μία ακούραστη πρόνοια συνοδεύει τον καθένα απ’ τη στιγμή που κατατάσσεται μέχρι τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του· ανεκτίμητη ευεργεσία μετά την οποία ανασαίνουν σήμερα οι προλετάριοί μας, έτσι όπως συντρίβονται από το βάρος της απόλυτης ανεξαρτησίας τους!»[1].





Aσφαλώς, ο 19ος αιώνας δεν ανακάλυψε την οκνηρία, αλλά θα ήταν δυνατό να γίνει μια ολόκληρη ιστορία της τεμπελιάς, δηλαδή όχι της αναψυχής –που είναι ο τρόπος με τον οποίο η οκνηρία κωδικοποιήθηκε, θεσμοποιήθηκε, ένας ορισμένος τρόπος να κατανείμουμε τη μη-εργασία κατά μήκος των κύκλων της παραγωγής, να ενσωματώσουμε την οκνηρία στην οικονομία αναλαμβάνοντάς την και ελέγχοντάς την στο εσωτερικό ενός συστήματος της κατανάλωσης-, αλλά των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι ξεφεύγουν από την υποχρέωση της εργασίας, υπεξαιρούν την εργατική δύναμη, δεν αφήνονται να συγκρατηθούν και να καθηλωθούν στο μηχανισμό παραγωγής. Αν λοιπόν μπορεί να υπάρξει μια ιστορία της τεμπελιάς, αυτό συμβαίνει επειδή δεν αποτελεί το διακύβευμα των ίδιων αγώνων σε σχέση με τις διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις εντός των οποίων έρχεται να παίξει το ρόλο της ως δύναμη αναταραχής. Υπάρχει μια κλασική μορφή τεμπελιάς, το 17ο-18ο αιώνα, που ορίζεται ως οκνηρία. Αυτή εντοπίζεται και ελέγχεται σε δύο επίπεδα: υφίσταται μια πίεση τοπική, σχεδόν ατομική –την πίεση του αρχιτεχνίτη που βάζει τον μαθητευόμενό του να δουλεύει όσο το δυνατόν περισσότερο. Στο κρατικό επίπεδο, σε μια μορφή οικονομίας που επί καιρό κυριαρχείται από τα θέματα του μερκαντιλισμού, υπάρχει η υποχρέωση να βάλουμε όλο τον κόσμο να δουλέψει για να αυξήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την παραγωγή –η αστυνομία, οι εργοδηγοί είναι τα όργανά της. Ανάμεσα στις δύο αυτές πιέσεις του χειροτεχνικού πυρήνα και της κρατικής αστυνομίας, η οκνηρία διαθέτει ευρύ περιθώριο για να εκδηλωθεί. Το 19ο αιώνα, η οκνηρία θα έχει μια άλλη μορφή· πρώτον, επειδή θα υπάρχει ανάγκη για συγκυριακούς οκνηρούς: τους ανέργους. Εξ ου και βλέπουμε τον ψόγο περί οκνηρίας να παύει πολύ γρήγορα να απευθύνεται στην εργαζόμενη τάξη. Από την άλλη, τη στιγμή της γέννησης των βιομηχανικών κέντρων, των εργοστασίων, το αντικείμενο των ελέγχων και της πίεσης είναι όλες αυτές οι αρνήσεις προς εργασία οι οποίες παίρνουν μορφή λίγο-πολύ συλλογική και οργανωμένη, μέχρι τη μορφή των απεργιών.




Αυτή η τάση παρανομίας μέσω «διάχυσης» έχει λοιπόν μια ιδιαιτερότητα, που πρέπει τώρα να διευκρινίσουμε. Πρώτον, οι σχέσεις μεταξύ παρανομίας μέσω διάχυσης και μέσω λεηλασίας: θα είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της ηθικολογίας, της αστυνομίας, όλων των εργαλείων ελέγχου του 19ου αιώνα, να διαχωρίσουν αυτές τις δύο τάσεις παρανομίας και να κάνουν τη λεηλασία κάτι που ανάγεται στη βαριά εγκληματικότητα, ως αδίκημα, αποσυνδέοντάς την από την ήπια, καθημερινή, διαρκή παρανομία της διάχυσης. Αλλά, ταυτόχρονα, ο ίδιος αυτός μηχανισμός που τείνει να αντιδιαστείλει τον κλέφτη από τον τεμπέλη, δείχνει πώς περνάμε από τον ένα στον άλλο. Πράγματι, πίσω από αυτή την προσπάθεια αποκοπής και διασύνδεσης, υπάρχει μία άλλη πραγματικότητα, πολύπλοκη. Από τη μία, μια αμοιβαία ενίσχυση των παρανομιών: όσο περισσότερο οι μάζες είναι διάχυτες, κινητές, όσο λιγότερο είναι καθηλωμένες σε συγκεκριμένα σημεία του μηχανισμού παραγωγής, τόσο περισσότερο τείνουν να περάσουν στη λεηλασία. Αντιστρόφως, όσο περισσότερο τείνουν προς τη λεηλασία, τόσο περισσότερο θα τείνουν να έχουν άτακτη ζωή, να πέφτουν στο νομαδισμό, για να αποφύγουν τις κυρώσεις. Από την άλλη, όμως, απ’ τη στιγμή που επιχειρεί κανείς να δαμάσει τη μία από αυτές τις τάσεις παρανομίας, οδηγείται να ενισχύσει την άλλη· πράγματι, όλοι οι βαρύτατοι έλεγχοι με τους οποίους δοκιμάζουμε να επιτηρήσουμε τους πληθυσμούς, να βάλουμε φρένο στη λεηλασία, επιφέρουν μία επιτάχυνση της διαδικασίας της κινητικότητας. Αφετέρου, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να ελέγξουν την παρανομία της διάχυσης οδηγούν στην ενίσχυση της λεηλασίας, και ιδίως το μέσο που χρησιμοποιεί το αφεντικό για να καθηλώσει τους εργάτες στον τόπο εργασίας τους, να τους κάνει να δουλεύουν όπου και όποτε θέλει –δηλαδή όσο το δυνατόν χαμηλότερο μισθό που να πληρώνεται με τη βδομάδα, ώστε ο εργάτης να έχει μπροστά του όσο το δυνατόν λιγότερα χρήματα. Καταδικάζοντάς τον στην ανέχεια, τον καθηλώνουμε στη δουλειά του, αλλά ταυτόχρονα του υποδεικνύουμε τη δυνατότητα της λεηλασίας ως έναν τρόπο για να ξεφύγει από αυτή τη μιζέρια.


Κατά δεύτερον, αυτό που καθιστά την παρανομία της διάχυσης πιο επικίνδυνη από την πρώτη, είναι ότι μπορεί πιο εύκολα από εκείνη να πάρει συλλογικές μορφές: πρώτον, διαδίδεται εύκολα. Ενώ η λεηλασία, για να πάρει κάποια έκταση, προϋποθέτει μια οργάνωση συγκάλυψης και κυκλώματα μεταπώλησης, η διάχυση δεν προϋποθέτει αυτό το κλειστό σύστημα. Δεν είναι καν οργάνωση, είναι ένας τρόπος ύπαρξης που μπορεί να παραπέμπει σε μια επιλογή, την άρνηση της βιομηχανικής εργασίας. Υπήρξαν μαζικές και ενίοτε συλλογικές αρνήσεις εργασίας τις Δευτέρες, κυκλώματα νομαδισμού οργανωμένα σε συνάρτηση με τις αγορές εργασίας, τα σωματεία της ταβέρνας [sociétés d’estaminet], αυθόρμητες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης. Έτσι, ενώ η τάση της λεηλασίας ήταν παγιδευμένη σε μια μορφή «λαθρεμπορίου» που την εξανάγκαζε σε ένα κλειστό σύστημα και δεν έβρισκε διέξοδο παρά μόνο σε εκρήξεις, πλιατσικολογικού τύπου, η τάση της διάχυσης εκβάλλει σε δυνατότητες συντονισμένης δράσης που θα βαρύνουν στην αγορά, ενάντια στους εργοδότες[2]. Θα έχει, μακροπρόθεσμα, οικονομική και πολιτική επίπτωση· στη βάση αυτή θα αναπτυχθούν στρατηγικές πάλης κατά της εργοδοσίας που, αυτές, είναι τέλεια ρυθμισμένες.


Τρίτον, ενώ η πρώτη τάση οπισθοχωρεί κατά το 19ο αιώνα, η δεύτερη, που φαινόταν πιο ήπια, πιο καθημερινή, θα έχει μια πολιτική μετεξέλιξη και θα δημιουργήσει σοβαρότερους κινδύνους για τον αστικό πλούτο. Και η δυσκολία να ελεγχθεί αυτή η τάση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην πρώτη περίπτωση: όλες αυτές οι ατασθαλίες δεν είναι ποινικά αδικήματα και, καθώς η ελευθερία της αγοράς εργασίας ήταν απαραίτητη σε αυτή την αστική οικονομία, είναι αδύνατο να οργανωθεί το νομικό της σύστημα κατά τρόπο που όλα αυτά να συνιστούν αδικήματα· έτσι, η τάση αυτή επεκτείνεται σε ένα υπο-νομικό επίπεδο. Άλλωστε, η αστική τάξη βρίσκει κατά βάθος, μέχρι ένα σημείο, ένα συμφέρον σε αυτή την παρανομία: μια εργατική δύναμη κινητή, που δεν διαθέτει σωματικές αντιστάσεις, ούτε χρηματική προκαταβολή, και δεν έχει την πολυτέλεια να απεργήσει, όλα αυτά κατά μία έννοια εξυπηρετούν τα συμφέροντά της. Σε αυτή την τάση βρίσκει και ένα καταφύγιο για τη δική της παρανομία: σε μια εποχή που υπάρχουν τα εργατικά βιβλιάρια, όταν ένας εργάτης δεν είναι τακτοποιημένος σε σχέση με τον εργοδότη του, φεύγοντας δεν μπορεί να του ζητήσει να του επιστρέψει το βιβλιάριό του· έτσι, δεν μπορεί να το υποβάλει στον καινούριο εργοδότη του και, μη όντας εν τάξει, δεν μπορεί να αξιώσει τον ίδιο μισθό. Έτσι, η παραβίαση των διαταγμάτων περί βιβλιαρίων υπήρξε τρέχουσα εργοδοτική πρακτική το 19ο αιώνα.


Τέταρτον, η τάση αυτή κατά τα λοιπά αποτελούσε αντικείμενο όχι τόσο «φόβου» –εφόσον δεν έπληττε το ίδιο το σώμα του πλούτου αλλά εκπροσωπούσε απλώς ένα διαφυγόν κέρδος-, όσο επίπληξης. Έτσι, ο Villeneuve-Bargemont, στο έργο του Economie politique chrétienne, έλεγε σχετικά με τους εργάτες του Βορρά: «Αν το πλέον άπορο τμήμα του φλαμανδικού πληθυσμού έχει ελαττώματα που το βυθίζουν ακόμη περισσότερο και το διαιωνίζουν μέσα σε αυτή την αισχρή κατάσταση αποστροφής και αθλιότητας, η ηπιότητα ή, αν προτιμάτε, η έλλειψη ενεργητικότητας του χαρακτήρα των απόρων γενικώς τους αποτρέπει από ακρότητες επιβλαβείς για την κοινωνία. Ζουν στην πιο απόλυτη ένδεια, κι ωστόσο σπανίως καθίστανται ένοχοι σοβαρών προσβολών κατά των προσώπων και των περιουσιών· υποφέρουν χωρίς να εξεγείρονται και σχεδόν χωρίς καν να μουρμουρίζουν». Θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τα αντικείμενα, τους μηχανισμούς αυτής της επίπληξης: θα αρκούσε, για παράδειγμα, να μελετήσουμε έναν όρο όπως η διάχυση·. Τον όρο αυτό τον βρίσκουμε κάθε φορά που γίνεται αναφορά στην εργατική ανηθικότητα. Από το 19ο αιώνα και μετά, ένοχος «διάχυσης» ήταν εκείνος που πλήττει όχι το κεφάλαιο, την περιουσία, αλλά τη δική του εργατική δύναμη: πρόκειται για έναν λάθος τρόπο να διαχειρίζεται κανείς όχι το κεφάλαιό του αλλά τη ζωή, το χρόνο, το σώμα του.


Γι’ αυτό, στις αναλύσεις αυτές, η διάχυση παίρνει τρεις βασικές μορφές: την ασωτεία, ως σπατάλη του σώματος· την απρονοησία, ως διασπάθιση του χρόνου· και την αταξία, ως κινητικότητα του ατόμου σε σχέση με την οικογένεια, την απασχόληση. Οι τρεις μεγάλοι θεσμοί μέσα στους οποίους ενεργοποιείται η «διάχυση» είναι: η γιορτή, το λαχείο –που είναι ακριβώς αυτό μέσω του οποίου το άτομο προσπαθεί να κερδίσει τη ζωή του χωρίς να δουλεύει, και του οποίου οι σημειακοί και τυχαίοι χρόνοι αντιτίθενται στην απόκτηση χρήματος όπως γίνεται αντιληπτή σε ένα σύστημα ορθολογικής οικονομίας, δηλαδή ως διαρκή εργασία που αμείβεται με ένα ποσό εκ των προτέρων καθορισμένο-, η παλλακεία, ως τροπισμός σεξουαλικής ικανοποίησης εκτός της οικογενειακής καθήλωσης. Μέσα από αυτούς τους όρους, στοχοθετούνται όλα όσα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε με τον όρο «ηθικός νομαδισμός». Την κλασική εποχή, υπήρχε ο φόβος κυρίως για τον σωματικό νομαδισμό που συνδεόταν με τη λεηλασία. Τώρα, εξακολουθεί να υπάρχει ο φόβος για αυτή την κυκλοφορία των ατόμων γύρω από τον πλούτο, αλλά ο πρώτος νομαδισμός προκαλεί εξίσου το φόβο: αν η βιομηχανική παραγωγή δεν έχει πολλή ανάγκη την τεχνική «ειδίκευση» του εργάτη, από την άλλη έχει ανάγκη μια ενεργητική, έντονη, διαρκή εργασία –με δυο λόγια, την ηθική ποιότητα του εργάτη.


Πέμπτον, το πρόβλημα είναι πώς θα γίνει δυνατή η κυριάρχηση επ’ αυτής της αταξίας. Ένας τέτοιος έλεγχος προϋποθέτει πρώτα την ηθικοποίηση της ποινικής καταστολής[3]· αλλά προϋποθέτει επίσης μία μηχανή που είναι πιο λεπτή και πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την ποινική μηχανή με τη στενή έννοια: έναν μηχανισμό ποινικοποίησης της ύπαρξης. Η ύπαρξη θα πρέπει να πλαισιωθεί σε ένα είδος διάχυτης, καθημερινής ποινικότητας, στο ίδιο το κοινωνικό σώμα θα πρέπει να εισαχθούν παρα-ποινικές επεκτάσεις, ακόμη και εντεύθεν του δικαστικού συστήματος. Η ζωή των λαϊκών τάξεων επιχειρήθηκε να πλαισιωθεί σε ένα ολόκληρο παιχνίδι ανταμοιβών και κολασμών· για παράδειγμα, ένας εργάτης μεθυσμένος στο δρόμο διωχνόταν από το εργαστήρι του και δεν προσλαμβανόταν ξανά αν δεν ορκιζόταν ότι δεν θα ξαναμεθύσει. Επίσης, από το 1818 και μετά έχουμε τον έλεγχο μέσω της αποταμίευσης: το βιβλιάριο καταθέσεων λειτουργεί ως μια ηθική πλαισίωση, μια εναλλαγή διαρκών ανταμοιβών και κολασμών για την ύπαρξη των ατόμων. Ήδη από το 1803, οι εργάτες που δεν διέθεταν βιβλιάριο εργασίας όπου να σημειώνονται διαδοχικά τα ονόματα των εργοδοτών τους συλλαμβάνονταν για αλητεία· από το 1810, τώρα, ένας ντε φάκτο διακανονισμός με την αστυνομία είχε ως αποτέλεσμα ότι δεν συλλαμβανόταν για αλητεία όποιος εργάτης διέθετε βιβλιάριο ταμιευτηρίου. Αυτό το τελευταίο, εγγύηση ηθικότητας, επέτρεπε στον εργάτη να εκφεύγει των διαρκών αστυνομικών ελέγχων· ομοίως, η προτιμησιακή πρόσληψη εργατών που είχαν βιβλιάριο ταμιευτηρίου ήταν τρέχουσα εργοδοτική πρακτική.


Αυτό το εξω-δικαστικό κολαστικό σύστημα δεν εμπίπτει στη βαριά ποινική μηχανή με το δυικό της σύστημα· διότι όλο αυτό το κολαστικό παιχνίδι δεν έχει ως αποτέλεσμα να καταδικάζεται πραγματικά ο ενδιαφερόμενος, να πέφτει από την άλλη πλευρά του νόμου, στην παραβατικότητα. Είναι ένα παιχνίδι το οποίο προειδοποιεί, απειλεί, ένα είδος μόνιμης πίεσης. Είναι ένα σύστημα διαβαθμισμένο, διαρκές, σωρευτικό: όλες αυτές οι προειδοποιήσεις, όλοι αυτοί οι μικροί κολασμοί, τελικώς προστίθενται και σημειώνονται, είτε στη μνήμη των εργοδοτών είτε στα βιβλιάρια, και έτσι, καθώς σωρεύονται, όλα αυτά τείνουν προς ένα κατώφλι· ασκούν πάνω στο άτομο όλο και μεγαλύτερη πίεση, μέχρι τη στιγμή που αυτό, βρίσκοντας όλο και πιο δύσκολα δουλειά, πέφτει στην παραβατικότητα. Η παραβατικότητα γίνεται αυτό το κατώφλι, που καθορίζεται εκ των προτέρων σαν φυσικό.



Aυτός ο εξω-δικαστικός κολαστικός μηχανισμός λειτουργεί έτσι στην περίπτωση του βιβλιαρίου: με βάση το εκτελεστικό διάταγμα του μήνα Βαντεμιαίρ του έτους ΧΙ, ένας εργάτης, φεύγοντας από τον εργοδότη του, πρέπει να έχει ένα βιβλιάριο όπου αυτός έχει σημειώσει τη δουλειά, το μισθό του και την ημερομηνία έναρξης και λήξης. Τα αφεντικά, τώρα, από πολύ νωρίς είχανε αποκτήσει τη συνήθεια να σημειώνουν στα βιβλιάρια και την αξιολόγησή τους για τον εργάτη. Το 1809, ο υπουργός εσωτερικών Μονταλιβέ, με εγκύκλιό του, υπενθυμίζει στους νομάρχες ότι οι εργοδότες δεν έχουν δικαίωμα να σημειώνουν αρνητικές βαθμολογήσεις, αλλά μόνο συνθήκες απασχόλησης, και προσθέτει: Αφού πάντοτε επιτρέπεται να βάζει κανείς επαινετικά σχόλια, όλος ο κόσμος θα καταλάβει ότι η απουσία επαινετικού σχολίου ισοδυναμεί με απαξιωτικό σχόλιο. Έτσι, οι προϋποθέσεις απασχόλησης συνδέονται με την ύπαρξη ή μη τέτοιων σχολίων· εξάλλου, η υπερχρέωση του εργάτη τον υποχρεώνει να ζητά προκαταβολή τη στιγμή της πρόσληψης, και αυτή σημειώνεται πάντοτε στο βιβλιάριο. Ο εργάτης δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει το αφεντικό του χωρίς να έχει εξοφλήσει την προκαταβολή, είτε σε χρήμα είτε σε εργασία· αν έφευγε νωρίτερα, δεν του επιστρέφανε το βιβλιάριο, και έτσι συλλαμβανόταν για αλητεία και παραπεμπόταν στη δικαιοσύνη. Βλέπουμε λοιπόν πώς αυτό το σύστημα μικρο-κολασμών καταλήγει να ρίχνει το άτομο στα δίχτυα του δικαστικού μηχανισμού." Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης